Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Διαγωνισμός σεναρίου με σκοπό την προσθήκη διαλόγων σε «βουβές» ταινίες μικρού μήκους.


1)      Διαλέξτε ένα από τα παρακάτω ταινιάκια μικρού μήκους (2).
2)      Δείτε τα προσεκτικά.
3)      Γράψτε διαλόγους για τους χαρακτήρες που εμφανίζονται.

·   Μπορείτε να εργαστείτε ατομικά ή ομαδικά στις ομάδες σας.

·   Προτιμότερη είναι η ομαδική εργασία αλλά μπορείτε και ο καθένας να κάνει μια προεργασία μόνος του, ώστε να γίνει πιο εύκολη η δουλειά στην ομάδα.

·   Στο τέλος θα διαλέξουμε τις κατάλληλες φωνές για να προσθέσουμε διαλόγους στα ταινιάκια και ίσως αν βγουν καλά να τα προβάλουμε στους συμμαθητές μας (μάλλον των μικρών τάξεων Α΄ και Β΄) 


Επανάληψη της Βυζαντινής ιστορίας μέσα από μια σειρά ντοκιμαντέρ από το αρχειακό υλικό της ΕΡΤ.



ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Η σειρά ντοκιμαντέρ «ΒΥΖΑΝΤΙΟ, ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ» αναφέρεται στην προσφορά του Βυζαντίου, στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό, μέσα από τη διπλωματία, τις τέχνες και τον Ορθόδοξο Χριστιανισμό. Η Ιστορικός ΕΛΕΝΗ ΓΛΥΚΑΤΖΗ ΑΡΒΕΛΕΡ, μέσα από επιλεγμένη εργογραφία, παρουσιάζει τη σειρά έξι θεματικών ενοτήτων που άπτονται της ιστορίας του Βυζαντίου και του υλικού του πολιτισμού. Στο συγκεκριμένο επεισόδιο, η Ιστορικός παρακολουθεί χρονολογικά την εξέλιξη και την εξάπλωση της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ανατολής, από την ίδρυσή της, ως την πτώση της. 

 Επεισόδιο:001
http://www.hprt-archives.gr/V3/public/main/page-assetview.aspx?tid=56858&autostart=0
 Κάντε κλικ στην εικόνα 
να μεταφερθείτε στο video!

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Για τα μαθήματα κοιτάμε δεξιά στην ετικέτα "Προς μελέτη... (2) Τρίτη"


Τα κεφάλαια Η' Θ' Ι' από το βιβλίο...










Η'. Ο ΚΑΛΟΓΕΡΟΣ

Ενα στρατιωτικο σώμα είχε ζώσει το σπίτι. Μερικοί στρατιώτες κι ένας αξιωματικός μπήκαν στην κάμαρα όπου ήταν μαζεμένοι οιταξιδιώτες, κι άλλοι απ' έξω φύλαγαν την πόρτα.Ο ξενοδόχος συνόδευε τον αξιωματικό με χίλιες υποκλίσεις καικομπλιμέντα.Η Θέκλα έριξε μια ματιά του Αλέξιου. Δεν αναγνώριζε κείνη τις στολές, δεν είχε καταλάβει αν ήταν Έλληνες ή Βούλγαροι.Το πρόσωπο όμως του Αλέξιου ήταν ατάραχο. Συλλογίστηκε ηΘέκλα τα χαρτιά του, που ήταν κρυμμένα στα ρούχα του μέσα, καιπάγωσε.- Αν ήταν Βούλγαροι;- Όλοι να σταθούν στη σειρά, πρόσταξε ο αξιωματικός.Και ο ίδιος κάθησε σ' ένα σκαμνί και φώναξε τον ξενοδόχο.- Τους ξέρεις όλους αυτούς ποιοι είναι; ρώτησε.- Ναι, αποκρίθηκε ο ξενοδόχος, όλους τους ξέρω. Είναι από ταγειτονικά χωριά. Μόνο αυτούς δεν ξέρω.Και με το δάχτυλο έδειξε τον Αλέξιο και τη Θέκλα.- Βγάλε όλους τους άλλους από δω μέσα λοιπόν, είπε ο αξιωμα-τικός. Μα να μη φύγει κανένας, φώναξε βλέποντας τους άλλους ναβγαίνουν βιαστικοί. Κλείσε τους σε άλλο δωμάτιο. Πρέπει έναν - ένανα τους εξετάσω.Και πρόσταξε δυο στρατιώτες να τους συνοδέψουν και να τους φυλάξουν.- Κι αυτόν δεν τον ξέρω, είπε ο ξενοδόχος καθώς σηκώθηκε οκαλόγερος να φύγει.- Να μείνει κι αυτός, πρόσταξε ο αξιωματικός. Ο καλόγερος στα-μάτησε. Όλοι οι άλλοι είχαν βγει έξω, μόνο ο νέος που κάρφωνε τοπαραθυρόφυλλο στάθηκε στην πόρτα και περίμενε.- Από πού είσαι; ρώτησε ο αξιωματικός τον καλόγερο.- Από την Άγια Λαύρα
11
του Άθωνα.- Πώς βρέθηκες εδώ;
11
 Άγια Λαύρα: μονή που έχτισε στα 963 ο Αθανάσιος Αθωνίτης· πνευματικός και φίλος του Νικηφόρου Φωκά, με χρηματική χορηγία του Νικηφόρου, έπειτα από την κατάκτη-ση της Κρήτης.
' class=absimg v:shapes="_x0000_i1025">
 
51
- Ήλθα να πάρω τον ανεψιό μου που θέλει να γίνει παπάς.- Ποιος είναι ο ανεψιός σου;Ο καλόγερος έδειξε το νέο που στέκουνταν στην πόρτα.Ο αξιωματικός ρώτησε τον ξενοδόχο αν τον γνώριζε.- Ναι, είπε αυτός. Είναι από άλλο χωριό μα έρχεται συχνά εδώπέρα. Είναι μαραγκός, και σαν έλθει μας διορθώνει ό,τι σπασμένοέχομε.Ο αξιωματικός γύρισε πάλι στον καλόγερο.- Είπες πως έρχεσαι από τη Μονή της Άγιας Λαύρας;- Ναι.- Μπορείς να μου δώσεις καμιάν απόδειξη πως μου λες την αλή-θεια;Ο καλόγερος έβγαλε από το ράσο του ένα γράμμα και το έδωσετου αξιωματικού.- Έχει την υπογραφή του ηγούμενου, είπε.Ο αξιωματικός το πήρε κι εξέτασε την υπογραφή. Ήταν γνήσια.Ύστερα διάβασε το γράμμα όλο, και με σεβασμό το επέστρεψε στονκαλόγερο.- Λυπούμαι, είπε, που αναγκάστηκα να σε βαστάξω τόση ώρα.Μα οι διαταγές μου είναι ρητές. Είσαι ελεύθερος να πας όπου θέλεις.Ο καλόγερος υποκλίθηκε με το χέρι απλωμένο στο στήθος τουκαι άρχισε να συμμαζεύει σιγά - σιγά το μαχαίρι του, το ψωμί και τις ελιές και να τα ξαναβάζει στο μπογαλάκι του.Με την άκρη του ματιού του έκανε νόημα του μαραγκού να φύ-γει, και ο νέος χάθηκε στη στιγμή.Η Θέκλα το αντιλήφθηκε. Το ανήσυχο βλέμμα της δεν έφευγεαπό πάνω του. Παρατήρησε πως με πολύ αργές κινήσεις μάζευε ταφαγιά του ο καλόγερος και τα κοίταζε και τα μύριζε και τα εξέταζεσα να μην τα είχε δει ποτέ του.Ο αξιωματικός ωστόσο είχε στραφεί στον Αλέξιο.- Πώς σε λένε; ρώτησε.- Γαβριήλ Νικολίτση, αποκρίθηκε ο Αλέξιος. Είμαι πραματευτής και πηγαίνω στο Βουτέλιο...- Στο Βουτέλιο; διέκοψε τραχιά ο αξιωματικός. Τα χαρτιά σου!- Μάλιστα, είπε ατάραχα ο Αλέξιος...Μ ' αντί τα βουλγάρικα γράμματα που περίμενε η Θέκλα, ο Αλέ-
 
52
ξιος έβγαλε το αυτοκρατορικό έγγραφο και το έδειξε του αξιωματι-κού με τρόπο ώστε να μη δει τίποτα ο ξενοδόχος.Την ίδια στιγμή ο καλόγερος γύρισε κι έσκυψε κοντά στοναξιωματικό για να πιάσει το μαχαίρι του που του είχε πέσει. Αυθόρμητα χώθηκε και η Θέκλα ανάμεσα στον αξιωματικό καιστον καλόγερο, τάχα να του το μαζέψει.Ο καλόγερος σήκωσε βιαστικά το κεφάλι. Μ' αντί το έγγραφοείδε τον Γρηγόρη.Τα μαύρα μάτια του έβγαλαν σπίθες.- Θες τίποτα; ρώτησε απότομα.- Ήθελα να μαζέψω το μαχαίρι που σου έπεσε, αποκρίθηκε ηΘέκλα.- Το μάζεψα, δεν είχα την ανάγκη σου, είπε οργισμένος ο καλό-γερος.Και ξαναγύρισε στο μπογαλάκι του.Ο αξιωματικός καθώς έριξε μια ματιά στο έγγραφο ξαφνίστηκε,κοίταξε τον Αλέξιο, δίπλωσε βιαστικά το χαρτί και του το επέστρε-ψε.Τον χαιρέτησε βαθιά και του είπε χαμηλόφωνα με τρόπο που νατον ακούσει μόνον εκείνος.- Θα έλθω να σε δω στην κάμαρα σου. Έχω να σου πω ιδιαιτέ-ρως.Ο Αλέξιος φύλαξε ήσυχα το έγγραφο και βγήκε από το δωμάτιο.Η Θέκλα τον ακολούθησε πηγαίνοντας μερικά βήματα πίσω,όπως ταίριαζε σε παραγιό.Περνώντας όμως έριξε μια ματιά του καλόγερου και παρατήρη-σε πάλι πως με την άκρη του ματιού του ακολουθούσε προσεκτικάτην κάθε κίνηση του Αλέξιου.Μόλις βρέθηκαν μόνοι στο δωμάτιο τους, η Θέκλα ρώτησε τονάντρα της ανήσυχα τι ήταν ο αξιωματικός αυτός.- Δικός μας βέβαια. Είναι εκατόντάρχος 
12
. Δεν είδες τη στολήτου; αποκρίθηκε ο Αλέξιος.- Τι ήλθε να κάμει εδώ;- Ποιος ξέρει; Κάποια αιτία θάχουν για να γυρίζουν και να ψά- χνουν έτσι στα διάφορα χωριά εξετάζοντας τους ξενώνες.
12
Εκατόνταρχος: αξιωματικός που διοικούσε 100 στρατιώτες.
' class=absimg v:shapes="_x0000_i1026">
53
- Πώς δεν κατάστρεψες αμέσως τα χαρτιά σου σαν άκουσες πως έφθαναν στρατιώτες; Δεν ανησύχησες;- Βέβαια ανησύχησα! Και θα τα έριχνα αμέσως στη φωτιά, ανήταν Βούλγαροι. Γι' αυτό έτρεξα στο παράθυρο. Μ' από τις στολές τους είδα πως ήταν δικοί μας.- Αλέξιε, είπε σιγά η Θέκλα, παρατήρησες τον παπά;- Ποιον παπά; Εκείνον που έτρωγε πλάγι μας;- Ναι... δε μ' αρέσει ούτε ο τρόπος του ούτε το βλέμμα του.Όταν έβγαλες το έγγραφο έριξε χάμω, από το μέρος σου, το μα- χαίρι του, για να βρει πρόφαση να σκύψει κοντά σου και να το δει.- Και το είδε; ρώτησε ξαφνισμένος ο Αλέξιος.- Όχι. Έκανα πως θα του το μαζέψω και στάθηκα μπροστά του.Μ' αν έβλεπες το βλέμμα του σα με κοίταξε! Τι κακία γέμιζε τα μάτιατου!...Ο Αλέξιος τη φίλησε.- Καλά έκανες και ήλθες μαζί μου, της είπε. Σεις οι γυναίκες βλέ-πετε και νιώθετε ένα σωρό πράματα που μας ξεφεύγουν εμάς. Τίπο-τα δεν είδα απ' όσα μου λες.Σε λίγη ώρα ήλθε ο εκατόνταρχος στο δωμάτιο τους. Με προσο- χή έκλεισε την πόρτα, και χαιρετώντας βαθιά τον Αλέξιο:- Άρχοντα μου, του είπε, αλήθεια πηγαίνεις στο Βουτέλιο; Έχω χρέος να σου πω πως οι εχθροί είναι παντού, και ο μεγάλος δρόμος βρίσκεται στα χέρια τους. Και δυστυχώς εγώ δεν μπορώ να σε συ-νοδεύσω ως εκεί γιατί έχω άλλες διαταγές.- Δεν πηγαίνω στο Βουτέλιο, αποκρίθηκε ο Αλέξιος, ούτε έχωσκοπό ν' ακολουθήσω το μεγάλο δρόμο. Θα πάρω τα βουνά με τοσύντροφο μου, και νομίζω πως ευκολώτερα θα περάσομε απαρατή-ρητοι δυο, παρά ολόκληρο σώμα.Ο αξιωματικός κουνούσε το κεφάλι του συλλογισμένος.- Είναι επικίνδυνο να πάτε μόνοι, είπε. Δεν μπορώ να σας συνο-δεύσω πολύ μακριά, μα θα έλθω ως το ρίζωμα του βουνού με τους στρατιώτες μου, κι ύστερα πια πηγαίνεις μόνος με τη βοήθεια της Παναγίας.Ο εκατόνταρχος χαιρέτησε να φύγει. Μα ο Αλέξιος τον σταμά-τησε.- Κάτι θέλω ακόμα να σε ρωτήσω, είπε. Με ποιο σκοπό κάνατε
 
54
εδώ την έρευνα;- Γυρεύομε έναν κατάσκοπο Βούλγαρο, αποκρίθηκε ο αξιωματι-κός. Μα κρύβεται τόσο καλά που δεν μπορούμε να τον ανακαλύψο-με. Έχομε αποδείξεις πως κάπου εδώ γυρίζει, και διάφορα σώματαμας τον ζητούν. Μας παίζει όμως όλους. Πάει και τούτη η έρευνα χαμένη. Εξέτασα όλους τους ξένους, γύρεψα σ' όλο το σπίτι αν είναικρυμμένος κανείς. Και βεβαιώθηκα πως δεν είναι εδώ.Ο Αλέξιος δίστασε μια στιγμή. Ύστερα ρώτησε:- Ποιος είναι εκείνος ο καλόγερος που εξέτασες;- Είναι ένας πολύ άγιος μοναχός. Έχει γράμμα του ηγούμενουτης Άγιας Λαύρας που τον συστήνει θερμότατα σε όλους τους ορθό-δοξους χριστιανούς. Παρακαλεί να τον βοηθήσουν και να τον υπο-στηρίξουν σε ό,τι ζητήσει, όπου και αν πάγει. Τόσο πολύ τον συ-στήνει το γράμμα, που μου φαίνεται να είναι υπερβολικό λιγάκι απόμέρος του ηγούμενου, γιατί επιτέλους αυτός δε ζητά και τίποτα.Ήλθε μόνο να πάρει τον ανεψιό του, λέγει.- Πώς τον λεν; ρώτησε ο Αλέξιος.- Παφνούτιο, αποκρίθηκε ο αξιωματικός. Στο γράμμα του οηγούμενος τον γράφει πάτερ - Παφνούτιο.- Και είσαι βέβαιος πως η υπογραφή είναι γνήσια;- Ναι! Την έχω ξαναδεί σ' άλλα γράμματα. Το γράμμα τούτο έχεικαι τη βούλα του μοναστηριού... Μα γιατί ρωτάς; Τι υποψιάζεσαι;- Τίποτα, είπε ο Αλέξιος. Ήθελα μόνο να ξέρω πως αλήθεια ανα-γνώρισες τη βούλα και την υπογραφή.Ο εκατόνταρχος χαιρέτησε και βγήκε, αφού πρώτα ειδοποίησετον Αλέξιο πως την άλλη μέρα τα χαράματα θα έφευγε με τους στρατιώτες του λίγο νωρίτερα από τον Αλέξιο και θα τον περίμενεστο γύρισμα του δρόμου μες στα δέντρα, για να μη δώσει καμιάυποψία στους άλλους ταξιδιώτες αν τον έβλεπαν μαζί του.Ο Αλέξιος ωστόσο δεν ικανοποιήθηκε με τις εξηγήσεις τουαξιωματικού. Βγήκε έξω και φώναξε τον ξενοδόχο με την πρόφασηνα του ζητήσει ένα λυχνάρι, κι έπιασε κουβέντα μαζί του. Απ' έξω - απ' έξω τον ρώτησε πληροφορίες για τον καλόγερο κιέμαθε πως είχε φύγει ήδη.Ο Αλέξιος ξαφνίστηκε και ρώτησε αν από την αρχή είχε σκοπόνα ξεκινήσει τόσο γρήγορα.
 
55
-                     Όχι, αποκρίθηκε ο ξενοδόχος, μα αποφάσισε να πάει ως το χωριό του ανεψιού του για να δει την αδερφή του, μια και ήλθε ως εδώ. Ο ανεψιός του, λέγει, θα τον ανταμώσει εκεί και θα φύγουνμαζί.Ο Αλέξιος ζήτησε να δει τον ανεψιό του. Τον γύρεψαν παντούμα δεν τον βρήκαν.- Θα δουλεύει σε κανένα γειτονικό σπίτι, εξήγησε ο ξενοδόχος.Σαν έλθει στο χωριό μας κάνει το γύρο όλων των σπιτιών κι επιδιορ-θώνει τα σπασμένα.Και ξέσπασε τότε στα παράπονα για τις δυσκολίες που έφερνανστη δουλειά του οι έρευνες αυτές που γίνουνταν κάθε λίγο, τόσοπου κατάντησε να φοβούνται οι ταξιδιώτες να έρχουνται στους ξε-νώνες, όπου έβρισκαν το μπελά τους με τις εξετάσεις. Και μη σουφανεί παράξενο αν έφυγε γι' αυτό το λόγο τόσο ξαφνικά ο καλόγε-ρος, εξακολούθησε.Και ξανάρχισε τα παράπονα πως έτρωγαν κι έπιναν τόσο οιστρατιώτες, που όσα και αν πλήρωνε ο αξιωματικός τους πάνταέβγαινε ζημιωμένος αυτός.Ο Αλέξιος βαρέθηκε τις μωρολογίες του, τον καληνύχτισε καιπήγε στο δωμάτιο του.- Δεν έμαθα τίποτα κακό ή ανησυχητικό για τον καλόγερο, είπετης Θέκλας. Ίσως να φαντάστηκες τα πράματα δραματικότερα απ'ό,τι ήταν.Η Θέκλα δεν αποκρίθηκε. Μα έμεινε με την εντύπωση της τηνπρώτη.Την άλλη μέρα τα ξημερώματα έφυγαν.Βρήκαν τους στρατιώτες με τον εκατόνταρχο στο γύρισμα τουδρόμου, όπως το είχε πει, και μαζί κατέβηκαν στην κοιλάδα.Πέρασαν βόρεια από τη λίμνη του Όστροβου κάνοντας αλλόγυ-ρο για ν ' αποφύγουν τη χώρα του Όστροβου και περπατώντας πά-ντα μες στα δέντρα. Από μακριά διέκριναν ένα μικρό σώμα βουλγάρικο. Μα καθώς είδαν αυτοί τους Έλληνες σκορπίστηκαν κι έγιναν άφαντοι.Ώς τη ρίζα του βουνού τούς συνόδευαν οι στρατιώτες. Εκείόμως χωρίστηκαν. Ο αξιωματικός έσφιξε το χέρι του Αλέξιου καιαυτός τον ευχαρίστησε εγκάρδια.
56
-                     Καλή τύχη, άρχοντα μου, ευχήθηκε ο εκατόνταρχος. Από δωκαι πέρα η Παναγία να σε φυλάει. Δικούς μας δε θ' απαντήσεις πια,είσαι στη φωλιά των εχθρών. Πάρε από τα βουνά, απόφυγε τοΒουτέλιο και την Αχρίδα. Όσο κι αν σε δείχνουν έμπορο τα χαρτιάσου δε θα καλοπεράσεις στα χέρια τους, προπάντων που έχεις και χρήματα. Ζούμε σε κακούς καιρούς... Μα όλοι αυτοί οι κίνδυνοι δεμοιάζουν να σε φοβίζουν, πρόσθεσε βλέποντας την αταραξία του Αλέξιου. Ο Θεός μαζί σου, άρχοντα μου.- Στο καλό! απάντησε ο Αλέξιος.Ο εκατόνταρχος και οι στρατιώτες γύρισαν πίσω, και ο Αλέξιος με τη γυναίκα του, ντυμένη πάντα στ' αγορίστικά της ρούχα, τρά-βηξαν για το βουνό.Το βράδυ κόνεψαν σ' ένα χωριουδάκι που ήταν ένα μάζεμαφτωχικά καλύβια, και πέρασαν τη νύχτα.
 
57
Θ'. ΟΙ ΛΥΚΟΙ

Πρωί - πρωί ξεκίνησαν πάλι με τ' άλογα τους. Ο Αλέξιος δε γνώ-ριζε καθόλου τον τόπο, μα ήξερε πως έπρεπε να τραβά ολόισια κατάτη δύση.Ο ήλιος ήταν πολύ ψηλά όταν έφθασαν στο ρίζωμα ενός βουνού. Το μεσημέρι ξεπέζεψαν και κάθησαν να φάνε. Αφού ξεκουράστηκαν τ' άλογα, πήραν πάλι το δρόμο τους. Πή-γαιναν, πήγαιναν, όλο ανέβαιναν και τελειωμό δεν είχε το βουνό.Ο ήλιος βασίλεψε και ακόμα ανέβαιναν.Τα δέντρα ήταν πυκνά και μεγάλα, είχε νυχτώσει ολότελα μα χωριό δε φαίνουνταν πουθενά. Η μοναξιά ήταν βαθιά.- Πού πηγαίνομε; ρώτησε η Θέκλα. Σε ποιο βουνό βρισκόμαστε;- Δεν ξέρω, αποκρίθηκε ο Αλέξιος. Δεν τα ξέρω τούτα τα μέρη.Μου είπε ο εκατόνταρχος πως πρέπει να τραβήξομε ίσια και πως θαφθάσουμε στη λίμνη της Πρέσπας. Μα πρέπει να πήραμε στραβόδρόμο, δε βλέπω κανένα άνοιγμα, ούτε ξέρω πια αν πάμε κατά τηδύση. Καλύτερα να ξεπεζέψομε και να κοιμηθούμε εδώ... Φοβάσαι,Θέκλα;- Όχι βέβαια! αποκρίθηκε η Θέκλα, αν και κάθε λίγο ανατρίχιαζεκι έριχνε πίσω της καμιά βιαστική ματιά. Τι να φοβηθώ;Ο Αλέξιος σκέφθηκε πως είχε πολλά να φοβηθεί. Μα δεν είπε τί-ποτα.Έδεσαν τ' άλογα τους στα δέντρα, έφαγαν το λίγο ψωμί πουτους έμενε και ζήτησαν για τον εαυτό τους κανένα μέρος σκεπό νακοιμηθούν.Γύρεψαν κάμποση ώρα χωρίς αποτέλεσμα, μα στο τέλος ο Αλέ-ξιος βρήκε μια μεγάλη δεντροκουφάλα και φώναξε τη Θέκλα.Ήταν τόσο μεγάλη η κουφάλα που και οι δυο χώρεσαν και ζά-ρωσαν μέσα κοντά - κοντά για να ζεσταθούν, γιατί η νύχτα ήτανψυχρή στο ψηλό εκείνο βουνό.Γρήγορα τους πήρε ο ύπνος.Έξαφνα ξύπνησε η Θέκλα κατατρομαγμένη. Φοβερά ουρλιάσμα-τα ανακατώνουνταν με φωνές άγριες και ψυχομαχητά.- Αλέξιε! φώναξε. Αλέξιε! Κανείς δεν της αποκρίθηκε. Άπλωσε το χέρι της να πιάσει το δικό του. Ο άντρας της δεν
-     
-                      
 
58
ήταν εκεί.Σηκώθηκε έξω φρενών από τον τρόμο και βγήκε από τηνκουφάλα του δέντρου.Το δάσος ήταν κατασκότεινο και άγριο, και τα ουρλιάσματα εξα-κολουθούσαν φρικτά.- Αλέξιε! φώναξε πάλι.- Μη φοβάσαι, εδώ είμαι, της αποκρίθηκε λαχανιασμένος.Και την ίδια στιγμή την άρπαξε από τη μέση και την τράβηξεπίσω στο κούφιο δέντρο όπου χώθηκαν πάλι μαζί.- Αλέξιε, τι είναι; ρώτησε κείνη τρέμοντας.- Οι λύκοι έφαγαν τ' άλογα μας, της αποκρίθηκε. Κι έτσι τη γλι-τώσαμε μεις.- Παναγία μου! αναφώνησε η Θέκλα. Τι θα γίνομε τώρα;- Θα ξεκινήσομε πεζή και θα βρούμε το δρόμο μας μόλις βγει οήλιος, αποκρίθηκε ο Αλέξιος. Έννοια σου, δε θα χαθούμε. Σα φτά-σουμε στην Πρέσπα, θα βρούμε κανένα χωριό όπου θα έχει άλογα ήμουλάρια και θα εξακολουθήσομε το δρόμο μας... Κοιμήσου, παιδίμου.Μα με όλα του τα καλά λόγια, ούτε ο ένας ούτε ο άλλος δενμπόρεσε να κλείσει μάτι όλη νύχτα.Την αυγή, οι λύκοι χορτασμένοι έφυγαν, και τα ουρλιάσματατους έπαυσαν.Η Θέκλα ακούμπησε το κεφάλι στον ώμο του αντρός της καιαποκοιμήθηκε.Γλυκοχάραζε. Ο Αλέξιος από μέσα από την κουφάλα του δέ-ντρου κοίταζε τον ουρανό που λίγο - λίγο χρωματιζόταν, κι έπεσεσε συλλογή.Το ταξίδι ήταν μακρινό, τα μέρη άγνωστα. Ανάμεσα στους εχθρούς πού να ζητήσει πληροφορίες και βοήθεια; Χαμένοι μέσαστα βουνά, χωρίς άλογα, χωρίς ψωμί πόσον καιρό θα βαστούσαν;Θυμήθηκε το παλάτι του Βουκολέοντος με το αναπαυτικό καιπλούσιο δωμάτιο της Θέκλας. Και πρώτη φορά σκέφθηκε πως ίσως είχε κάνει άσχημα να δεχθεί την απόφαση της γενναίας κόρης πουείχε ενώσει την τύχη της με τη δική του.Μόνος του αν ήταν δε θα πείραζε και τόσο αν πάθαινε τίποτα κιέπεφτε στο δρόμο...
 
59
Μα έξαφνα θυμήθηκε το σκοπό του, την αποστολή του, καιμέσα του ξύπνησε παντοδύναμη η θέληση της επιτυχίας. Όχι, άσχη-μα δεν έκανε να την πάρει μαζί του. Απεναντίας, εκεί που ένας μπο-ρούσε ν' αποτύχει, δυο θα τα κατάφερναν. Η Θέκλα ήταν βοήθειαστο δύσκολο έργο του...Είχε ξημερώσει πια καλά.Ο Αλέξιος ξύπνησε τη γυναίκα του και βγήκαν από το δέντροτους.- Καλά κάναμε και σταματήσαμε χθες, είπε ζωηρά ο Αλέξιος,αφού προσανατολίσθηκε. Τραβούσαμε κατά το νοτιά. Πρέπει να κά-ναμε κάμποσα μίλια στα χαμένα! Μα τώρα, με τον ήλιο πίσω μας καιμε τη βοήθεια της Θεοτόκου, θα φθάσουμε γρήγορα στην Πρέσπα.Και πήραν πάλι τον ανήφορο.Ο δρόμος ήταν δύσκολος και κουραστικός. Μονοπάτι δεν έβρι-σκαν, τα χόρτα μπερδεύουνταν στα πόδια τους. Και ήταν νηστικοίκαι διψασμένοι.Μα ο ήλιος ακτινοβολούσε, τα πουλάκια κελαϊδούσαν, το αεράκιμουρμούριζε μέσα στα κλαδιά, η άνοιξη ήταν χαρά Θεού.Και η Θέκλα, ξεχνώντας τα βάσανα τους, άρχισε να τραγουδά.- Καλά έκανα και την πήρα... σκέφθηκε ο Αλέξιος. Η λαχτάρατης επιτυχίας φούσκωνε την καρδιά του.Έφθασαν σε μια κορυφή όπου απότομα σταματούσε το δάσος.Η Θέκλα έβγαλε μια χαρούμενη φωνή.- Η Πρέσπα!Κάτω στα πόδια τους γυάλιζαν τα νερά μιας λίμνης. Εδώ και κεί,στις πλαγιές του βουνού και στην όχθη της λίμνης, ανάμεσα σε ανά-ρια δέντρα, άσπριζαν ένα - δυο χωριά. Δεξιά, μια κορυφή βουνού έλαμπε κάτασπρη από τα χιόνια.- Το Περιστέρι! είπε ο Αλέξιος δείχνοντας το βουνό. Δόξα τωΘεώ, βρισκόμαστε στο σωστό δρόμο.Με λαφρωμένη καρδιά κατέβηκαν το βουνό. Στο δρόμο απάντη-σαν ένα μοναστήρι. Χτύπησαν την πόρτα και τους άνοιξε ένας καλό-γερος.- Καλημέρα, γέροντα μου, με την ευχή σου, είπε ο Αλέξιος.- Η Παναγία και ο Άγιος Γρηγόρης βοήθεια σου, αποκρίθηκε οκαλόγερος. Τι ζητάτε, Χριστιανοί;
 
60
- Λίγο ψωμί για μένα και τον παραγιό μου, αποκρίθηκε ο Αλέξιος δείχνοντας τη Θέκλα, και λίγες ώρες φιλοξενία, να ξεκουράσομε ταπόδια μας. Ερχόμαστε από μακριά, και το βουνό είναι ψηλό...Ο καλόγερος άνοιξε την πόρτα διάπλατα.- Καλωσορίσατε, μπείτε μέσα ν' αναπαυθείτε, είπε. Και τους οδήγησε στον ξενώνα της μονής.Ο ηγούμενος, καθώς άκουσε πως έφθασαν ξένοι, ήλθε αμέσως να τους φιλοξενήσει.Ο Αλέξιος του είπε ότι ονομάζεται Γαβριήλ Νικολίτσης και πως έρχεται από τη Θεσσαλονίκη. Του έδειξε τα βουλγάρικα γράμματαπου είχε μαζί του, του διηγήθηκε τα παθήματα τους της νύχτας, καιπρόσθεσε πως πεινούσαν και πως ήταν κουρασμένοι.Ο ηγούμενος τους οδήγησε στο εστιατόριο και πρόσταξε νατους φέρουν ευθύς φαγί και κρασί.- Μείνετε όσο θέλετε να ξεκουραστείτε, τους είπε. Εδώ θαβρείτε ησυχία, ενώ οι δρόμοι είναι επικίνδυνοι.- Ευχαριστώ, αποκρίθηκε ο Αλέξιος. Δεν μπορώ να μείνω πολύ.Βιάζομαι να πάω στη Σκάμπα
13
, και θέλω να κατέβω πρώτα στηνΠρέσπα, να προμηθευτώ άλογα για να εξακολουθήσω το ταξίδι μου.- Ούτε λόγος να γίνει, αποκρίθηκε ο ηγούμενος. Θα στείλω έναδικό μας καλόγερο εδώ κοντά, σ' ένα γνωστό μας χωριό, όπου θ'αγοράσει άλογα και θα σας τα φέρει. Εσείς ωστόσο θ' αναπαυθείτε,και αύριο πρωί καβαλικεύετε και φεύγετε με την ευχή μας.Ο Αλέξιος δέχθηκε μ' ευγνωμοσύνη την πρόταση του ηγούμε-νου, γιατί σκέφθηκε πως ήταν καλύτερο ν' αποφύγει τη χώρα.Έπειτα η Θέκλα είχε ανάγκη από ανάπαυση, και ο ίδιος έπεφτε πιααπό τον ύπνο και την κούραση.- Μα γιατί πήρατε από τα βουνά και δεν ακολουθήσατε τηνΕγνατία οδό; ρώτησε ο ηγούμενος.- Θέλησα να κόψω δρόμο, αποκρίθηκε ο Αλέξιος, και χαθήκαμεμέσα στο δάσος.- Καλά, εσύ πραματευτής από το Βουτέλιο, δεν ξέρεις πως δενκόβεις καθόλου δρόμο από τα βουνά; Δεν ξέρεις πως ίσα - ίσα ο με-γάλος στρατιωτικός δρόμος πάει κατευθείαν στη Σκάμπα;Ο Αλέξιος βρέθηκε μπερδεμένος γιατί δεν ήξερε τον τόπο καθό-
13
Σκάμπα: το σημερινό Ελβασάν.
' class=absimg v:shapes="_x0000_i1027">
 
61
λου, ούτε τους δρόμους, ούτε τα βουνά και κοντοστάθηκε.Ο ηγούμενος ενόσω του μιλούσε δεν έπαυε να τον παρατηρείπροσεκτικά, και του φάνηκε του Αλέξιου πως δεν πολυπίστευε ταλόγια του.Χωρίς ν' απαντήσει στο ρώτημα του ηγούμενου ακολούθησεέναν καλόγερο και πήγε με τη Θέκλα σ' ένα κελί, όπου τους έστρω-σαν να πλαγιάσουν.Ήταν και οι δυο κουρασμένοι τόσο που κοιμήθηκαν αμέσως.





62
Ι'. Ο ΠΑΤΕΡ ΠΑΦΝΟΥΤΙΟΣ

ΞΥΠΝΗΣΑΝ το απόγεμα ζωηροί και ξεκουρασμένοι και πήγανστο εστιατόριο όπου βρήκαν τον ηγούμενο μοναχό. Τους είπε νακαθήσουν και αντάλλαξαν μερικά λόγια.Μα η κουβέντα όλο σκόνταφτε. Ο ηγούμενος δεν έπαυε νακοιτάζει τον Αλέξιο, κι αυτός ένιωθε δυσπιστία σε κάθε λέξη, σεκάθε βλέμμα του καλόγερου.Στενοχωρέθηκε κι ανησύχησε συνάμα.Ζήτησε να μάθει με τρόπο τι ήταν το μοναστήρι.Μ' από τα πρώτα λόγια τον σταμάτησε ο ηγούμενος μ' έναανοιχτόκαρδο ξεκάρδισμα.- Έννοια σου, γιε μου, είπε. Είμαστε όλοι ορθόδοξοι κι Έλληνες.Τότε ο Αλέξιος του έδωσε εγκάρδια το χέρι.- Κι εγώ είμαι Έλληνας, είπε. Εννοείς τώρα γιατί δεν πήρα το με-γάλο δρόμο.Ο ηγούμενος χαμογέλασε.- Ναι, είπε. Μα το είχα καταλάβει από την αρχή πως δε θάσουνο Γαβριήλ Νικολίτσης που λεν τα χαρτιά σου. Και από την περπατη-σιά σου μονάχα θα καταλάβαινα πως ξέρεις να βαστάς το σπαθί κα-λύτερα από το καλάμι και πως είσαι αρχοντόπουλο. Δε σε ρωτώ πούπηγαίνεις, ούτε ποιος είναι ο σύντροφος σου που έχει τόσο λεπτά χέρια. Νιώθω μερικά πράματα χωρίς να μου τα πεις, και στις μέρες που ζούμε για νάρχεται από δω Έλληνας θα έχει το σκοπό του.Ο Αλέξιος φίλησε μ' ευλάβεια το χέρι του καλόγερου.- Ευχαριστώ, είπε, προπάντων για όσα δε ρωτάς. Από κείνη τηνώρα η κουβέντα έγινε εγκάρδια και ο ηγούμενος τους ζήτησε να κα-θήσουν να πάρουν το δείπνο μαζί του.- Νηστεύουμε εδώ, παιδιά μου, σήμερα είναι Παρασκευή, τους είπε προσφέροντας τους μια γαβάθα κουκιά νερόβραστα κι έναπιάτο μαύρες ελιές. Μα και σεις ορθόδοξοι είστε. Και τα πορτοκάλιαμας είναι ζουμερά. Αν διψάσετε θα σας είναι καλοπρόσδεχτα.Ένας καλόγερος έφερε και ακούμπησε στο τραπέζι κάρδαμαφρεσκοπλυμένα σ' ένα πιάτο κι ένα σταμνί κρασί, και πάλι τραβή- χθηκε και τους άφησε μόνους με τον ηγούμενο.- Έχομε καιρό να φάμε τόσο βασιλικά, είπε η Θέκλα. Χθες βρά-
 
63
δυ ο αφέντης μου κι εγώ δεν είχαμε παρά λίγο ξερό ψωμί. Λογα-ριάζαμε να φάμε στην Πρέσπα μα χάσαμε το δρόμο μας...- Μην πάτε στην Πρέσπα, διέκοψε ο ηγούμενος. Καλύτερα ν'αποφύγετε τις πόλεις όπου είναι τόσοι στρατιώτες μαζεμένοι.- Γιατί; Τι κάνουν; ρώτησε η Θέκλα.- Αν σας νιώσουν πως έχετε χρήματα μαζί σας, όσο και ανδείχνεστε Βούλγαροι, θα σας σκοτώσουν για να σας τα πάρουν.- Σεις οι καλόγεροι πηγαίνετε συχνά στην Πρέσπα; ρώτησε ο Αλέξιος.- Όχι, ποτέ.- Λοιπόν πώς τα ξέρετε όλα αυτά;- Περνούν κάποτε από δω Χριστιανοί και μας τα λένε. Τις προ-άλλες πέρασε από δω ένας πολύ άγιος καλόγερος από την Άγια Λαύρα...- Από πού; φώναξε η Θέκλα ξαφνισμένη.- Από τη μονή της Λαύρας, στον Άγιον Όρος.- Πώς τον έλεγαν; ρώτησε ο Αλέξιος.- Πάτερ - Παφνούτιο, αποκρίθηκε ο ηγούμενος. Μα γιατί σας εν-διαφέρει τόσο ο καλός αυτός μοναχός;- Τον απαντήσαμε προχθές, είπε ο Αλέξιος.- Μπα; Πώς χαίρομαι να τ' ακούω! Είχα κάποια ανησυχία, γιατίτα βουλγαρικά στρατεύματα πήγαιναν κι έρχονταν αδιάκοπα κείνες τις μέρες, και είχαν γίνει διάφορα κακουργήματα. Τόσο φοβόμουνμην είχε πάθει τίποτα! Ήθελα να τον κρατήσω ακόμα, μα ήτανβιαστικός να φύγει. Ακούραστος στην αγαθοεργία! Και τι καλός! Τοβλέμμα του και το χαμόγελο του δείχνουν την αγαθότητα της ψυ- χής του. Μόνο να βλέπεις εκείνα του τα ωραία μακριά του άσπραγένια...- Άσπρα! φώναξε η Θέκλα όρθια από τη συγκίνηση.- Ναι. Είναι γέρος πια και... Μ' αφού τον είδατε έκαμε ο ηγούμε-νος κόβοντας τη διήγηση του.- Μα δεν είναι γέρος! αναφώνησε ο Αλέξιος. Απεναντίας, είναιπολύ νέος, ως τριάντα χρόνων άνθρωπος, με κατάμαυρα γένια καιμικρά μαύρα μάτια.- Ε, μα λοιπόν δεν είδατε τον πάτερ - Παφνούτιο, είπε ήσυχα οηγούμενος.
 
64
-                     Και όμως! επέμεινε ο Αλέξιος. Είδα ένα γράμμα που βαστούσε,και που είχε την υπογραφή και τη βούλα του ηγούμενου της Άγιας  Λαύρας.- Και τι έλεγε αυτό το γράμμα; ρώτησε ο ηγούμενος αρχίζοντας και κείνος ν' ανησυχεί.Ο Αλέξιος του διηγήθηκε όσα του είχε πει ο εκατόνταρχος.- Ωιμέ! αναφώνησε ο ηγούμενος τραβώντας τα μαλλιά του μετα δυο του χέρια. Το γράμμα είναι το ίδιο μα ο καλόγερος είναι άλ-λος! Του κλέψανε το γράμμα! Αχ, τον κακομοίρη! Τον κακομοίρη! Τινα έγινε!- Πότε πέρασε από δω; ρώτησε ο Αλέξιος.- Τον περασμένο μήνα.- Και πού πήγαινε;- Στην Ελλάδα. Ήταν βιαστικός, είχε ιερά μηνύματα να πάει σεδιάφορα μοναστήρια, και τελευταία πήγαινε στη μονή του Όσιου Λουκά, στον Παρνασσό.- Βέβαια λοιπόν κάτι θα έπαθε, είπε ο Αλέξιος. Ο καλόγερος πουείδαμε μεις είχε πάει, λέει, να πάρει τον ανεψιό του που ήθελε να γί-νει παπάς.- Ψέματα! Ψέματα! Αχ, το δύστυχο! έλεγε και ξανάλεγε οηγούμενος με μάτια δακρυσμένα.- Μα πώς του ήλθε να ταξιδέψει μονάχος σ' αυτά τα άγριαμέρη; ρώτησε ο Αλέξιος.- Δεν ήταν μονάχος! Ταξίδευε μ' ένα καλογεράκι της ίδιας μονής για συντροφιά.- Δεν είχε σύντροφο αυτός που είδαμε, είπε ο Αλέξιος.- Θα τον ξεπάστρεψαν κι αυτόν, ένα νέο παιδί, μουρμούρισε οηγούμενος αργοκουνώντας θλιμμένα το κεφάλι.- Αλλά θα υποφέρετε λοιπόν πολύ, και ο κίνδυνος για σας θαείναι μεγάλος εδώ, είπε η Θέκλα.- Όχι και τόσο. Οι χωρικοί μας σέβονται, αποκρίθηκε ο ηγούμε-νος. Είναι άνθρωποι χωρίς γνώμη δική τους που γυρνούν όπως φυ-σήξει ο άνεμος. Μια γίνονται Βούλγαροι και μια Έλληνες, αναλόγως που τους κατακτούν οι δικοί μας ή οι εχθροί. Μα δεν έχουν κακίακαι σέβονται το ράσο μας.- Και οι Βούλγαροι; ρώτησε ο Αλέξιος.
 
66
Η Θέκλα και ο Αλέξιος φίλησαν το χέρι του ηγούμενου, απο- χαιρέτησαν τους καλόγερους που τους ξεπροβόδισαν με χίλιες ευχές κι ευλογίες, καβαλίκεψαν τ' άλογα τους κι έφυγαν.Ένα καλογεράκι καθισμένο σ' ένα μουλάρι, τους συνόδευε.Ήταν πολύ νέος κι είχε ζωηρό κι έξυπνο πρόσωπο.Πήραν τα μονοπάτια μέσ' από τα δέντρα και κουβέντιαζαν πη-γαίνοντας.- Πάτε στη Σκάμπα, άκουσα; ρώτησε το καλογεράκι.- Ναι, πάω για τις δουλειές μου, αποκρίθηκε ο Αλέξιος.- Θα ήθελα μια χάρη να σου ζητήσω... άρχισε το καλογεράκι καισταμάτησε.- Λέγε, τι μπορώ να κάνω για σένα; Θα το κάμω με μεγάληευχαρίστηση.- Ένα γράμμα θα ήθελα να σου έδινα για τη μητέρα μου. Τοπαίρνεις;- Ακούς λέει! Βέβαια το παίρνω. Πού είναι η μητέρα σου;- Στη Σκάμπα.- Πού θα τη ζητήσω;- Είναι πολύ εύκολο να τη βρεις. Ο πατέρας μου είναι δεσμοφύ-λακας εκεί.Ο Αλέξιος ξαφνίστηκε.- Σας νόμιζα όλους Έλληνες στη μονή του Αγίου Γρηγορίου,είπε.- Και είμαστε. Ο πατέρας μου είναι Αρμένης, μα εγώ γεννήθηκαστο Δυρράχιο και η μητέρα μου είναι Ελληνίδα. Άμα πήραν οι Βούλ-γαροι το Δυρράχιο ο πατέρας μου σαν όλους τους άλλους παραδέ- χθηκε τα πράματα όπως έρχονταν. Ήταν ήσυχος άνθρωπος. Τονήξεραν όλοι τίμιο και πως δεν ανακατώνονταν στις διαμάχες. Τονδιόρισαν φύλακα στη φυλακή της Σκάμπας και πήγε κει. Μένει όμως στην καρδιά Έλληνας σαν τους περισσότερους Δυρραχιώτες, όσοκαι να μη μιλά. Αν τους δώσεις το γράμμα μου, θα σε δεχθούν σασυγγενή τους οι γονείς μου, και δε θα ξέρουν με τι τρόπο να σ'ευχαριστήσουν. Τόσο σπάνια έχουν νέα μου. Και είμαι το μόνο τους παιδί.Ο Αλέξιος πήρε το γράμμα που του έδινε το καλογεράκι και τοφύλαξε στον κόρφο του.
 
67
- Πώς σε λένε; ρώτησε.- Γρηγόρη.- Ελπίζω να βρω τη μητέρα σου και να της το δώσω, είπε ο Αλέ-ξιος. Μα ίσως δεν μπορέσω αμέσως.- Δεν πειράζει, αποκρίθηκε το καλογεράκι. 'Οποταν σου τύχειτης το δίνεις. Τη λένε Άννα και τον πατέρα μου τον λένε Παγράτη. Αν τους ζητήσεις στη φυλακή θα τους βρεις αμέσως.Κατέβηκαν στη λίμνη σ' ένα μοναχικό μέρος όπου χωριό δεφαίνουνταν. Εκεί τους περίμενε ένας νέος με τη βάρκα του. Αποχαιρέτησαν το καλογεράκι και χωρίστηκαν.- Κρίμα που δε θα μπορέσω να βαστάξω την υπόσχεση που τουέκανα, είπε σιγά ο Αλέξιος της Θέκλας. Και θα νομίζει για βέβαιο οκακόμοιρος πως η μητέρα του θα πάρει το γράμμα του. Μα δενμπορούσα να του πω πως δεν πηγαίνουμε στη Σκάμπα.- Φύλαξε το γράμμα του, αποκρίθηκε ο Θέκλα. Ίσως από το Δυρράχιο βρούμε κανέναν ταξιδιώτη και του το δώσομε να το πάει.Γοργά και σιωπηλά απομακρύνουνταν η βάρκα από την όχθη. ΗΘέκλα κοίταζε μαγεμένη τη θέα που απλώνουνταν γύρω της, τη λί-μνη, τα χωράφια, το ψηλό κατάφυτο βουνό και πίσω - πίσω το χιονοσκέπαστο Περιστέρι.- Τι όμορφος τόπος... είπε συλλογισμένα. Τι κρίμα που τον κρα-ατούν οι βάρβαροι... Κοίταξε, Αλέξιε, πώς φαίνονται οι πέτρες μέσαστο νερό. Κι εκεί πίσω μας, το σκοτεινό δάσος που λες και... Μα τιείναι αυτό το μαύρο πράμα που σαλεύει ανάμεσα στα δέντρα;Ο Αλέξιος κοίταξε πίσω του με προσοχή.- Είναι ράσο... είπε. Θα είναι το καλογεράκι που γύρισε να μας  χαιρετήσει.Και σήκωσε το χέρι του να κάμει νόημα του καλόγερου.Μα κανένας δεν του αποκρίθηκε. Απεναντίας του φάνηκε πως,καθώς χαιρέτησε με το χέρι, το μαύρο ράσο κρύφθηκε πίσω από ταδέντρα και χάθηκε.- Περίεργο... μουρμούρισε ο Αλέξιος.Η Θέκλα ίσκιωσε τα μάτια της με το χέρι για να δει καλύτερα.- Δεν ήταν το καλογεράκι, είπε. Τον βλέπω που γυρίζει τον ανή-φορο, στις κορδέλες που παν στο μοναστήρι., και είναι καβάλα στομουλάρι του. Ποιος λοιπόν θα βρισκόταν κάτω στην όχθη;
 
68
- Κανένας άλλος καλόγερος θα ήταν, αποκρίθηκε ξένοιαστα ο Αλέξιος. Άλλωστε μπορεί να είναι και από άλλο μοναστήρι. Έχει πολ-λά εδώ γύρω.Κι εξακολούθησαν να κουβεντιάζουν χωρίς να δώσουν περισσό-τερη προσοχή στο περιστατικό αυτό.Ο βαρκάρης τούς πέρασε στην απέναντι όχθη της Πρέσπας, κιεκεί έκρυψε τη βάρκα του μέσα σ' έναν καλαμιώνα.- Θα σας συνοδέψω ως το μονοπάτι του Όσιου Ναούμ τους είπε. Ξέρω ένα μονοπάτι που ανεβαίνει από το Πέτρινο και κόβειπολύ δρόμο περνώντας μακριά από την Αχρίδα.Ο Αλέξιος γύρισε και τον κοίταξε. Άραγε ήξερε τίποτα ο νέος αυτός οδηγός απ' όσα είχε νιώσει ο ηγούμενος του Αγίου Γρηγορί-ου;Και ο νέος κοίταξε τον Αλέξιο και χαμογέλασε.- Έννοια σου, του είπε σιγά. Έλληνας είμαι κι εγώ. Και σαν εμέ-να είναι πολλοί ακόμα εδώ, που θυμούμαστε άλλους καιρούς... Μαδε μιλούμε ώσπου να έλθει η ώρα.- Πώς σε λένε; ρώτησε ο Αλέξιος.Η έντονη όσο και συλλογισμένη έκφραση του νέου τον τάραξε.- Με λεν Νικήτα, αποκρίθηκε ο νέος.- Και το παράνομα σου;- Όλοι με λεν ο Νικήτας ο Βαρκάρης. Πες πως αυτό είναι τοπαράνομα μου, δεν ξέρω να έχω άλλο.Ο Αλέξιος δεν επέμεινε. Και πήραν από τα βουνά.Κατά το μεσημέρι έφθασαν στη μονή του Όσιου Ναούμ κι εκεί,αφού τους σύστησε στους καλόγερους και τους εξήγησε πως πή-γαιναν στη Σκάμπα, ο νέος βαρκάρης τους αποχαιρέτησε.Ο Αλέξιος θέλησε να του προσφέρει ένα νόμισμα, μα ο Νικήτας αρνήθηκε.- Είσαι Έλληνας, είπε, κι εγώ είμαι Έλληνας. Τιμή μου αν μπορώνα σου φανώ χρήσιμος.Ο Αλέξιος έσφιξε το χέρι του.- Δε θα σε ξεχάσω, Νικήτα, είπε.- Ούτ' εγώ άρχοντα μου, αποκρίθηκε ο Νικήτας.Και αν ποτέ χρειαστείς κανέναν που να το λέει η καρδιά του,θυμήσου με. Θα με βρεις εδώ.
-     

 
69
Στη μονή του Όσιου Ναούμ δε θέλησε ο Αλέξιος να μείνει με τηΘέκλα. Οι καλόγεροι τους έδωσαν μόνο να φαν, και πάλι τους έστειλαν μ' ένα δικό τους ως την απέναντι όχθη της Αχρίδας, στημονή του Προφήτη Ηλία, χτισμένη στο βουνό απάνω.Εκεί τους φιλοξένησαν οι καλόγεροι, τους έδωσαν να φαν καιτους σύστησαν να μείνουν τη νύχτα και να ξεκινήσουν μόνο τηνάλλη μέρα το πρωί.Όσο έτρωγαν, ο Αλέξιος ρώτησε τον ηγούμενο αν είχε περάσειαπό τη μονή του κανένας καλόγερος που λέγουνταν Παφνούτιος καιπου ήρχουνταν από την Άγια Λαύρα.- Βέβαια, πέρασε από δω, κοντεύει μήνας, αποκρίθηκε οηγούμενος. Τι άγιος άνθρωπος! Τον γνωρίζεις;- Όχι προσωπικά, είπε ο Αλέξιος. Άκουσα όμως γι' αυτόν. Ήτανγέρος;- Ναι! Κι έχει μια μεγάλη άσπρη γενειάδα που κάνει εντύπωση,του σκεπάζει όλο το στήθος. Του είχε δώσει ένα γράμμα ο ηγούμε-νος της Λαύρας που τον εσύστηνε σε όλες τις μονές όπου θα πή-γαινε, και γενικά σε όλους τους ορθοδόξους.- Πού πήγαινε τώρα τελευταία; ρώτησε πάλι ο Αλέξιος.- Στη μονή του Όσιου Λουκά, στη Φωκίδα.Ο Αλέξιος βεβαιώθηκε πια πως ο καλόγερος που είχαν απαντή-σει δεν ήταν ό,τι φαίνουνταν.Και θυμήθηκε ο Αλέξιος τα λόγια του εκατόνταρχου.Γυρεύουμε έναν κατάσκοπο Βούλγαρο, μα κρύβεται τόσοκαλά...- Άραγε νάταν αυτός;Την άλλη μέρα πρωί - πρωί, όταν ο Αλέξιος και η Θέκλα θέλη-σαν να φύγουν, ο ηγούμενος τους ρώτησε αν ξέρουν το δρόμο απόπάνω από το βουνό.- Όχι, αποκρίθηκε ο Αλέξιος. Αν όμως τραβήξω ίσια κατά τηδύση δεν θα φτάσω στη Σκάμπα;- Όχι, δεν πρέπει να τραβήξεις ίσια κατά τη δύση, και το βουνόείναι δύσκολο. Καλύτερα να πάρεις έναν οδηγό μαζί σου. Και είσαιτυχερός. Τη νύχτα ίσα - ίσα παρουσιάστηκε δω ένας τσοπάνης πουπηγαίνει και αυτός στη Σκάμπα και που ξέρει, λέει, κάθε μονοπάτιτου βουνού. Του πρότεινα να σας οδηγήσει και δέχθηκε μ' ευχαρί-
 
70
στηση, με την ελπίδα πως θα του δώσεις κανένα μιλιαρέσι
14
. Νομίζωκαλό να τον πάρεις.Ο Αλέξιος δέχθηκε την πρόταση του ηγούμενου. Η ιδέα να χά-σει πάλι το δρόμο του πάνω στα βουνά τον φόβιζε. Δεν είχε ξεχάσειτους λύκους που είχαν φάει τ' άλογα τους, και ο ηγούμενος του είχεπει πως δε θ' απαντήσει πια άλλο μοναστήρι στο δρόμο του.Έφυγαν λοιπόν οι τρεις μαζί, ο Αλέξιος και η Θέκλα στ' άλογατους και ο τσοπάνης σ' ένα γαϊδούρι που του έδωσαν οι καλόγεροιτου Προφήτη Ηλία.Πηγαίνοντας κοίταζε η Θέκλα με περιέργεια τον τσοπάνη. Φο-ρούσε μια μεγάλη προβιά που σκέπαζε το σώμα του ως τα γόνατα.Το πρόσωπο του ήταν τόσο βρώμικο που σχεδόν δε διακρίνουνταντα χαρακτηριστικά του. Τα μαλλιά του ήταν κατακόκκινα, βρώμικακαι ακατάστατα, και είχε δέσει ένα μαντήλι γύρω στο κεφάλι του, μετρόπο που το ένα του μάτι ήταν κρυμμένο.- Τι περίεργος άνθρωπος! είπε η Θέκλα σιγά - σιγά στον άντρατης. Και όμως γυρεύω να θυμηθώ πού τον ξαναείδα.Ο Αλέξιος τον κοίταξε με προσοχή εκεί που πήγαινε μπροστάτους.- Δε μου φαίνεται να τον απαντήσαμε ποτέ, της αποκρίθηκε. Θαθυμόμαστε τα κόκκινα μαλλιά του, που είναι αρκετά περίεργα ώστενα μην τα ξεχάσομε. Κοίταξε, θαρρείς πως είναι προβιά αρνίσια.Η Θέκλα γέλασε.- Καλά λες! Δύσκολα βρίσκει κανείς άλλον τόσο άσχημο άνθρω-πο! Και τι βρώμικος που είναι!- Ναι!... θα έλεγες πως πασαλείφτηκε επίτηδες, είπε συλλογι-σμένος ο Αλέξιος.- Επίτηδες;- Ναι!... δε μ' αρέσει αυτός ο άνθρωπος, πρόσεχε τον... Θα τονξεφορτωθώ όσο μπορώ γρηγορώτερα.Κατά το μεσημέρι, είδαν από μακριά ένα χωριό στη ρίζα τουβουνού.Ο Αλέξιος γύρευε τρόπο να διώξει τον οδηγό του. Σκέφθηκε νακατέβει ως το χωριό και να πει του τσοπάνη πως θα περνούσ' εκείτη νύχτα. Μα ο τσοπάνης τον πρόλαβε.
14
Μιλιαρέσι: νόμισμα της εποχής.
' class=absimg v:shapes="_x0000_i1028">
 
71
- Άλλαξα γνώμη, είπε, δε θα πάω ως τη Σκάμπα. Το χωριό μουείναι δω και θα κατέβω. Πλήρωσε μου τον κόπο μου. Δεν πάωπαραπέρα.Σ' άλλη περίσταση ο Αλέξιος θα σπούσε το ραβδί του στην πλά-τη του χωριάτη. Επειδή όμως ήθελε να τον ξεφορτωθεί, τον πλήρω-σε και τον έστειλε στο καλό.- Και τώρα; ρώτησε η Θέκλα, σαν τον είδε να χάνεται μες σταδέντρα. Τι θα κάνομε μεις;- Θα προσέξομε να μη χωθούμε πολύ βαθιά στο δάσος, αποκρί-θηκε ο Αλέξιος. Ακολουθώντας τούτο το μονοπάτι βλέπομε από μα-κριά το μεγάλο δρόμο και το ποτάμι, κι αυτά θα μας οδηγήσουν ως τη Σκάμπα. Προτιμώ όμως να κοιμηθούμε σε κανένα χωριουδάκι καινα μην πάμε στη Σκάμπα, όπως το είχαμε πει του οδηγού. Τον υπο-ψιάζομαι το βρώμικο αυτόν τσοπάνη πως είχε λόγους να δείχνεταιάλλος από κείνο που είναι.- Τι υποψιάζεσαι;- Τίποτα ορισμένο. Μα η βρώμα του δεν ήταν φυσική, ούτε το χρώμα των μαλλιών του. Και προπάντων το μαντίλι που του έκρυβετο μισό πρόσωπο μου δίνει υποψίες... Και συλλογίζομαι αυτό πουμου είπες εσύ, πως σου φαίνεται σα να τον ξαναείδες. Δεν μπορείς να θυμηθείς πού τον είδες;Η Θέκλα έμεινε λίγη ώρα συλλογισμένη.- Όχι! αποκρίθηκε, δε θυμούμαι. Μα οι κινήσεις του μουφαίνουνταν γνωστές.- Γι' αυτό καλύτερα να μην πάμε στη Σκάμπα, όπως το αναγ-γείλαμε. Κοιμόμαστε απόψε όπου μας τύχει και αύριο ξεκινούμε γιατο Δυρράχιο. Αχ! Πώς θα ήθελα να ήμαστε φτασμένοι...Κάθησαν στα χόρτα κι έφαγαν όσο ξεκουράζουνταν τα άλογατους. Ύστερα καβαλίκεψαν πάλι κι εξακολούθησαν το δρόμο τους  χωρίς ν' αφήσουν το σκεπό μονοπάτι που ακολουθούσε την πλαγιάτου βουνού.Νωρίς το απόγεμα φάνηκε από μακριά η Σκάμπα.Την άφησαν δεξιά κι εξακολούθησαν το δρόμο τους.Όταν σκοτείνιασε, ο Αλέξιος πρότεινε της γυναίκας του να πε-ράσουν τη νύχτα εκεί που ήταν, γιατί κανένα χωριό δε φαίνουντανστη γειτονιά, και ο Αλέξιος δεν ήθελε να κατέβουν στο στρατιωτικό
 
72
δρόμο.Έδεσαν τ' άλογα τους σ' ένα μέρος όπου τα δέντρα ήταν πολύπυκνά, για να μην τα βρει κανένας περαστικός. Ύστερα ζήτησαν γιατον εαυτό τους κανένα σκεπό μέρος, είτε σε καμιά κουφάλα δέ-ντρου είτε σε κανένα βράχο.

-